Εγγραφείτε στο Newsletter
11/11
2017
10:25

«Η πέμπτη πόλη των Δωριέων» Κώστας Στοφόρος: το βιβλίο που διάβασα, του Κωστή Α. Μακρή

Γράφτηκε από τον 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(2 ψήφοι)

Kostis A. Makris

 

 

 

 

 

 

 

    

Κωστής Α. Μακρής  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

PEMPTH_POLH_DWRIEWN_COVER_KOSTAS_STOFOROS_10NOV17.jpg

 

 

«Η πέμπτη πόλη των Δωριέων»,
του Κώστα Στοφόρου

 

Το βιβλίο που διάβασα, Κωστής Α. Μακρής

 

 

 

Κάθε φορά που διαβάζω ένα βιβλίο σαν την «Πέμπτη πόλη των Δωριέων» του Κώστα Στοφόρου, που εκδόθηκε και κυκλοφορείται από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, νιώθω ότι ζω σε μια νησίδα μειωμένης ― αν όχι αρνητικής― εντροπίας.

 

Για να γίνω πιο σαφής, σε όσες και όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με την έννοια της εντροπίας ―κι ας συγχωρέσουν οι ειδικοί τον ερασιτεχνισμό μου― , αντιγράφω από την ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ: «Στη θερμοδυναμική, εντροπία είναι η έννοια μέσω της οποίας μετράται η αταξία, της οποίας η μέγιστη τιμή αντικατοπτρίζει την πλήρη αποδιοργάνωση (ομογενοποίηση των πάντων) και ισοδυναμεί με την παύση της ζωής ή της εξέλιξης. Μόνο η ζωή παρατηρείται να προκύπτει ως οργάνωση από τη σχετική αταξία της ανόργανης ύλης, μειώνοντας την εντροπία.»

 

Που σημαίνει ότι με κάθε βιβλίο σαν την «Πέμπτη πόλη των Δωριέων», που γεννιέται, εκδίδεται και κυκλοφορείται, η ζωή κερδίζει μια ακόμα μάχη απέναντι στη φθορά, την αποδιοργάνωση, την εξαθλίωση και την παρακμή.


Και για να ενισχύσω αυτά που λέω, θα «τσιτάρω» λόγια του ίδιου του Κώστα Στοφόρου ― που τα «βούτηξα» από μια συνέντευξή του στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη (Περιοδικό «Βακχικόν», τεύχος 37, www.vakxikon.gr ) :


«Η λογοτεχνία δεν μπορεί να είναι λογοτεχνία όταν ανήκει στο σύμπαν στο οποίο ανήκουν και τα σκουπίδια της τηλεόρασης.


Για όποιον θέλει να αποβλακωθεί υπάρχει καθημερινά πλούσιο τηλεοπτικό πρόγραμμα.
Δεν χρειάζεται να καταντήσουν έτσι και τα βιβλία.»

 

Με αυτό που λέω για τη μειωμένη εντροπία, εννοώ ότι παρ’ όλες τις μεταξύ μας διαφορές ―πολιτικές, ιδεολογικές, οικονομικές και άλλες―, παρά τις δυσμενείς συνθήκες που βιώνει η Ελλάδα εδώ και πολλά χρόνια, το ότι γεννιέται ένα βιβλίο που υπερασπίζεται με λέξεις και φράσεις ―γιατί αυτά είναι τα νύχια και τα δόντια ενός βιβλίου― την ιστορικότητα του τόπου μας, το περιβάλλον, τον φυσικό και ορυκτό μας πλούτο, τις παραδόσεις μας και το δικαίωμα των ανθρώπων και συμπολιτών μας να ζουν, να αγαπούν και να ευτυχούν στη χώρα τους, αυτό είναι από μόνο του ελπιδοφόρο.

 

Ακόμα κι αν μέσα στο βιβλίο του Κώστα Στοφόρου έχουμε έναν θάνατο (θυσία περισσότερο) παιδιού, που έχασε τη ζωή του υπερασπιζόμενο το δικαίωμα των συμπολιτών του να ορίζουν εκείνοι τον τρόπο αξιοποίησης του τοπικού πλούτου ―ιστορικού, φυσικού, πολιτισμικού και κοινωνικού-παραγωγικού― με σεβασμό στην ιστορία, στο περιβάλλον και σε όσα με μακρόχρονους αγώνες έχουν κατακτηθεί.

 

Δεν θα πω περισσότερα για την υπόθεση του βιβλίου απ’ όσα αναφέρονται συνοπτικά στο οπισθόφυλλο:


«Άνοιξη σε ένα χωριό της Γκιώνας. Η παρέα των παιδιών που ανακάλυψε τον Κώδικα της Λέρου βρίσκεται μπροστά σε ένα νέο, καλά κρυμμένο μυστικό: Μια πόλη από την εποχή των Δωριέων, που κάποιοι θέλουν να εξαφανίσουν για πάντα. Τα παιδιά θα προσπαθήσουν να σταματήσουν την καταστροφή. Στην προσπάθειά τους αυτή θα έχουν συμπαραστάτη τον αστυνόμο Νίκο Παπαγεωργίου. Οι κίνδυνοι που θα αντιμετωπίσουν είναι κυριολεκτικά θανάσιμοι…


Το μυθιστόρημα θίγει σημαντικά θέματα που έχουν σχέση με την προστασία του περιβάλλοντος και της πολιτιστικής μας κληρονομιάς που συχνά θυσιάζονται στο βωμό του πρόσκαιρου κέρδους. Στις σελίδες του βιβλίου κυριαρχεί η άνοιξη και το ελληνικό Πάσχα με τις παραδόσεις, την κατάνυξη και τις χαρές του. Θα γνωρίσουμε τη φύση και την ιστορία, θα ανακαλύψουμε τι κρύβει το παρελθόν. Μέσα σε αυτό το παραμυθένιο περιβάλλον θα ανθίσει και η πρώτη αγάπη…»

 

Η Πέμπτη πόλη των Δωριέων δεν υπάρχει παρά μόνο στη φαντασία του συγγραφέα.
Στη φαντασία του συγγραφέα υπάρχει επίσης και μια κοινωνία δικαιοσύνης, ισονομίας, ισοπολιτείας και ισόρροπης κατανομής του πλούτου. Η οποία υπάρχει ως όραμα και ως ζητούμενο στη φαντασία πολλών, έστω και με ποικίλες αποχρώσεις.


Αυτό όμως που υπάρχει και είναι γύρω μας, δίπλα μας και σε πολλές περιπτώσεις καθορίζει τη ζωή μας, είναι η απληστία, η αναλγησία και η ασυνειδησία κάποιων αδίστακτων, που ανήκουν στο ίδιο είδος με εμάς, τον Homo Sapiens δηλαδή, και οι επιπτώσεις τους στη ζωή μας.


Σαν τα φουρνέλα στις πλαγιές της Γκιώνας, εκρήγνυνται οι άθλιες πράξεις πολλών από αυτούς και τραυματίζουν ή καταστρέφουν ζωές, συνειδήσεις και περιβάλλον.


Κι αυτό είναι που πολεμάει να εξουδετερώσει η παρέα των παιδιών του βιβλίου, ενισχύοντας τη δράση μιας Επιτροπής Αγώνα για την προστασία του τοπικού περιβάλλοντος.


Συμμάχους θα βρει στο πρόσωπο μιας καθηγήτριας, της κυρίας Παρνασσά (τυχαίο το όνομα;), ενός έντιμου αστυνομικού και πολλών άλλων.


Ο Κώστας Στοφόρος βάζει και πάλι σε δράση τη γνωστή ―από την «Κούπα του Πτολεμαίου» και τον «Κώδικα της Λέρου»― παρέα των παιδιών.


Θα αναφέρω τα ονόματά τους όχι τόσο επειδή είναι απαραίτητο αλλά για να στηρίξω κάποιες σκέψεις μου: Γιάννης, Ζηνοβία, Δημήτρης, Αντιγόνη, Κατερίνα, Ζωή, Ιάσονας, Σάββας. Και ο ήρωας Νικόλας.


Απομονώνω τέσσερα ονόματα:


η Κατερίνα κι η Ζωή,
τ’ Αντιγονάκι κι η Ζηνοβία…


Και αυθόρμητα (φταίει και η ηλικία μου…) συνεχίζω σιγοτραγουδώντας:


«Ω, τι χαρούμενη ζωή,
χτυπάς, φτωχή καρδιά με βία».


Από το τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη σε στίχους του Κώστα Βάρναλη.


Τυχαίο; Δεν νομίζω…


Ο αναγνώστης καλείται να κάνει τις δικές του συνδέσεις και συνδηλώσεις…


Αν είναι ενήλικος τις κάνει αυθόρμητα κι αν είναι παιδί ή νέος κάποια στιγμή ―αν βοηθήσουν οι συνθήκες και η παιδεία του― θα τις κάνει.


Αν κρίνω από τις αναφορές του Κώστα Στοφόρου στην ιστορία του Άρη Βελουχιώτη (<Βελούχι=Τυμφρηστός) και σε άλλες ιστορικές μορφές αλλά και τοπικούς θρύλους, γίνεται ξεκάθαρο ότι ο συγγραφέας έχει μπροστά του μια ευρύτατη ιστορική και λογοτεχνική παλέτα απ’ όπου παίρνει πινελιές χρωμάτων από πολλές περιόδους για να ζωγραφίσει τον πίνακά του.
Και το κάνει αυτό χωρίς οι ―ας τις πούμε― ιδεολογικές του προτιμήσεις να τον οδηγούν σε μια στράτευση «νεοσοσιαλιστικού» ρεαλισμού που θα έκανε το μυθιστόρημά του αν όχι απωθητικό για μένα, τουλάχιστον μικρής αξίας και αντοχής στον χρόνο.


Έχει αίσθηση του μέτρου και των εποχών που ζούμε ο Κώστας Στοφόρος και έχει την ευφυία να κερδίζει αναγνώστες από ένα ευρύ φάσμα δημοκρατικών, φιλοπρόοδων και φιλικών προς το περιβάλλον αναγνωστών χωρίς οι ίδιοι οι αναγνώστες του ― κατά πλειονότητα νεαρής ηλικίας― να έχουν ακόμα συνειδητοποιήσει πόσο ενισχύει τη δημοκρατική συνείδηση κάθε πολίτη η γνώση της ιστορίας, η αναδίφησή της και η εμβάθυνση στα βαθύτερα ίχνη της.

 

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Κώστας Στοφόρος είναι απλή, κατανοητή χωρίς τις υπερβολές και την επιδειξιομανία που παρασύρει μερικούς, ακόμα και ώριμους, συγγραφείς σε μια νεανική ―και, επ’ εσχάτων, «σοσιαλμιντιακή»― αργκό που είναι κατά τεκμήριον θνησιγενής καθώς αλλάζει από μήνα σε μήνα, για να μην πω από μέρα σε μέρα.

 

Και παρ’ όλο που «Η Πέμπτη πόλη των Δωριέων» είναι ένα μυθιστόρημα σημερινό, απευθυνόμενο κυρίως σε παιδιά, εφήβους και νέους, δεν υπερβάλλει στη χρήση της τεχνολογίας του διαδικτύου αλλά την προσαρμόζει σε μια δράση εντοπισμένη σε φυσικά περιβάλλοντα και τοπία με συνηχήσεις άλλων εποχών αλλά και με φωλιασμένη μέσα τους την αγάπη του συγγραφέα για τον τόπο του.

 

Η αγάπη για τις μικρές πατρίδες, τα χωριά, τα ποτάμια, τα βουνά ―ακόμα και οι αναφορές στον Μαρκ Τουέιν ή στον Ζαχαρία Παπαντωνίου― δείχνει τη στόχευση του Κώστα Στοφόρου σε ένα ευ ζην με τεχνολογική επάρκεια αλλά και με αγάπη και σεβασμό στο φυσικό μας περιβάλλον.


Εδώ θα πρέπει να επισημάνω την απολύτως λειτουργική παρουσία τού Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης μέσα στην ιστορία. Αυτό δείχνει πώς μερικά ιδρύματα άξια λόγου και φτιαγμένα για να διασώζουν κομμάτια της ιστορίας μας, μπορούν να συνυπάρχουν αρμονικά μαζί με άλλα, παλιότερα στοιχεία πολιτισμού, μέσα σε μια σύγχρονη περιπέτεια. Δεν πρέπει να μας ξενίζει αυτό περισσότερο από όσο η οργανική ένταξη του Μουσείου του Λούβρου στην υπόθεση του «Κώδικα ΝταΒίντσι» του Νταν Μπράουν.

 

Και επιστρέφω στο βιβλίο.

 


Οι χαρακτήρες είναι προσεχτικά σμιλεμένοι στις λεπτομέρειές τους και οι σχέσεις των παιδιών μεταξύ τους, αλλά και με τους μεγάλους, είναι μια από τις σπουδαίες αρετές του βιβλίου ―κάτι που το είχα επισημάνει και σε κείμενό μου για τον «Κώδικα της Λέρου»― καθώς οδηγούν μικρούς και μεγάλους αναγνώστες σε όμορφες εικόνες ενός μέλλοντος αρμονικής συνύπαρξης των ηρώων μεταξύ τους αλλά και με το χιούμορ, τον έρωτα, τη γνώση, τη φαντασία, την «εντελέχεια» και την «ευδαιμονία», με τις Αριστοτελικές σημασίες των δύο τελευταίων όρων, να γίνονται δομικά στοιχεία της ενηλικίωσής τους.


Παρ’ όλο που το βιβλίο δεν το θεωρώ αμιγώς βιβλίο ενηλικίωσης, διακρίνω αρκετά στοιχεία χαρακτηριστικά τού είδους.

 

Το βιβλίο «Η Πέμπτη πόλη των Δωριέων» του Κώστα Στοφόρου το διάβασα τρεις φορές. Αυτό συνηθίζω να το κάνω όταν πρόκειται για ββιβλίο φίλης ή φίλου.


Μία για να αποφασίσω αν μου αρέσει.


Δεύτερη για να ανιχνεύσω το γιατί μου άρεσε.


Και μια τρίτη, για να ξέρω τι δεν θα πω γι’ αυτό. Αυτά δηλαδή που θα πρέπει να ανακαλύψει η αναγνώστρια ή ο αναγνώστης, διαβάζοντάς το έστω και μία φορά.

 

10 Νοεμβρίου 2017

 

 * Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:
Τίτλος: Η ΠΕΜΠΤΗ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΔΩΡΙΕΩΝ. Περιπέτεια στην Γκιώνα
Συγγραφέας: Κώστας Στοφόρος
Εκδότης: Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
Έτος έκδοσης: 2017
ISBN: 978-960-04-4813-9
ΣΕΛ.: 184
Σχήμα: 14 Χ 20,6

 

 

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια